Το καθημερινό στρες μπορεί να εκδηλώνεται ως ένταση, εξάντληση ή διαταραχές στον ύπνο. Οι επιπτώσεις του, όμως, δεν περιορίζονται απαραίτητα στο πώς αισθανόμαστε. Νέα έρευνα δείχνει ότι η επίμονη φλεγμονώδης δραστηριότητα στον οργανισμό συνδέεται με αλλαγές στην καρδιά, οι οποίες μπορεί να εμφανίζονται αρκετά χρόνια πριν από την εκδήλωση συμπτωμάτων.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο European Journal of Preventive Cardiology, εξέτασε τον ρόλο της χρόνιας φλεγμονής στην καρδιαγγειακή υγεία και παράλληλα ανέδειξε τη σχέση της με παράγοντες όπως το κάπνισμα, το αυξημένο σωματικό λίπος, η ψυχολογική δυσφορία και οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες.
Τι αποκάλυψε η ανάλυση
Ερευνητές από το MRC Laboratory of Medical Sciences και το Imperial College London ανέλυσαν δεδομένα από 488.079 συμμετέχοντες της UK Biobank, συνδυάζοντας εξετάσεις αίματος, γενετικά δεδομένα και απεικονιστικές εξετάσεις. Για περίπου 70.800 άτομα υπήρχαν διαθέσιμα και δεδομένα από μαγνητική τομογραφία καρδιάς.
Για την αποτύπωση της χρόνιας φλεγμονής χρησιμοποιήθηκε ο δείκτης αίματος GlycA.
Τα υψηλότερα επίπεδα GlycA συσχετίστηκαν με μικρότερο όγκο των καρδιακών κοιλοτήτων, μεγαλύτερο πάχος των τοιχωμάτων της καρδιάς, μειωμένη διαστολική λειτουργία και μικρότερο όγκο αίματος που εξωθείται σε κάθε παλμό. Παράλληλα, τα άτομα με υψηλότερες τιμές εμφάνιζαν αυξημένη καρδιακή συχνότητα.
«Εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να ζουν με κρυφή φλεγμονή, η οποία αλλάζει σταδιακά την καρδιά τους και προκαλεί μακροπρόθεσμες βλάβες», ανέφερε ο επικεφαλής ερευνητής, καθηγητής Declan O’Regan.
43% υψηλότερος καρδιαγγειακός κίνδυνος
Η ερευνητική ομάδα παρακολούθησε τους συμμετέχοντες για διάμεσο χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 15 ετών. Όσοι ανήκαν στο υψηλότερο 20% ως προς τα επίπεδα GlycA παρουσίασαν περίπου 43% υψηλότερο κίνδυνο για μείζον καρδιαγγειακό επεισόδιο σε σύγκριση με όσους βρίσκονταν στο χαμηλότερο 20%.
Στα επεισόδια που εξετάστηκαν περιλαμβάνονταν το έμφραγμα του μυοκαρδίου, το εγκεφαλικό επεισόδιο, η καρδιακή ανεπάρκεια, η καρδιακή ανακοπή και ο καρδιαγγειακός θάνατος. Συνολικά, περισσότεροι από 74.000 συμμετέχοντες εμφάνισαν ένα από αυτά τα συμβάντα κατά την περίοδο παρακολούθησης.
Οι ερευνητές εξέτασαν παράλληλα δεκάδες περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και συμπεριφορικούς παράγοντες. Το κάπνισμα, το αυξημένο σωματικό λίπος, η ψυχολογική δυσφορία και οι δυσμενέστερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες εμφάνισαν τις ισχυρότερες συσχετίσεις με υψηλότερα επίπεδα GlycA.
Αντίθετα, η σωματική δραστηριότητα, η πιο υγιεινή διατροφή και η υψηλότερη κοινωνικοοικονομική θέση συνδέθηκαν με χαμηλότερα επίπεδα του δείκτη.
Ο ρόλος των γονιδίων και του περιβάλλοντος
Με βάση τα ευρήματα, οι ερευνητές εκτιμούν ότι η χρόνια φλεγμονή μπορεί να αποτελεί έναν από τους βιολογικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων παράγοντες του τρόπου ζωής και του περιβάλλοντος επηρεάζουν την καρδιαγγειακή υγεία.
Σημαντικό ρόλο φαίνεται να έχει και η γενετική προδιάθεση, καθώς μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός ανταποκρίνεται στις ίδιες περιβαλλοντικές ή συμπεριφορικές επιδράσεις.
Η μελέτη εντόπισε επίσης πρωτεΐνες που ανήκουν στις οικογένειες IL-1 και TNF, οι οποίες ενδέχεται να συμμετέχουν τόσο στις αλλαγές της καρδιακής δομής όσο και στην εμφάνιση σοβαρών καρδιαγγειακών επεισοδίων. Ορισμένες από τις συγκεκριμένες βιολογικές οδούς αποτελούν ήδη αντικείμενο κλινικής έρευνας.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα
Τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι υπάρχει σήμερα μια εξέταση που μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια ποιος θα εμφανίσει καρδιαγγειακό επεισόδιο, ούτε ότι μια αντιφλεγμονώδης θεραπεία μπορεί να χορηγείται προληπτικά στον γενικό πληθυσμό.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι απαιτούνται επιπλέον μελέτες και ότι οι συγκεκριμένες αναλύσεις δείχνουν κυρίως συσχετίσεις και όχι απαραίτητα σχέση αιτίου-αποτελέσματος.
Η μελέτη, ωστόσο, προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της καρδιαγγειακής υγείας, δείχνοντας πώς η γενετική προδιάθεση, το περιβάλλον, η ψυχική επιβάρυνση και γνωστοί παράγοντες κινδύνου μπορεί να συνδέονται μέσω κοινών βιολογικών μηχανισμών.
Και παρότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε ούτε τα γονίδιά μας ούτε κάθε πηγή πίεσης στην καθημερινότητα, υπάρχουν παράγοντες στους οποίους μπορούμε να παρέμβουμε, όπως η σωματική δραστηριότητα, η διατροφή και το κάπνισμα.

