Παιδικοί φόβοι και φοβίες: λόγοι εμφάνισης και αντιμετώπιση

Ο φόβος είναι μια φυσιολογική αντίδραση σε πράγματα / καταστάσεις που φαίνεται να απειλούν την ασφάλεια ενός ατόμου. Είναι, επί της ουσίας, μια προσαρμοστική αντίδραση, που κάνει κάποιον να αντιμετωπίσει απρόοπτα και να αποφύγει τυχόν κινδύνους. Όσον αφορά στα μικρά παιδιά, οι φόβοι συνδέονται κυρίως με καταστάσεις που προκαλούν ανασφάλεια και ανησυχία λόγω άγνωστου, απρόβλεπτου ή ξαφνικού. Στη νηπιακή ηλικία οι φόβοι είναι στενά συνδεδεμένοι με τη σχέση του παιδιού και της μητέρας και την εξάρτηση του από αυτή.

Ποιοι είναι οι λόγοι εμφάνισης των παιδικών φόβων;

  • Οι παιδικοί φόβοι μπορούν να εξελιχτούν ξαφνικά, από το "τίποτα".
  • Συχνά, εμφανίζονται σε παιδιά ευαίσθητα, που αντιδρούν σε καινούργιες καταστάσεις.
  • Αλλαγές στο οικείο περιβάλλον ενός παιδιού.
  • Η αναπτυξιακή ηλικία ενός παιδιού.

Είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε τους παιδικούς φόβους από τις παιδικές φοβίες. Οι διαφορές τους εξαρτώνται από την ηλικία των παιδιών, τον τρόπο εμφάνισης, τη συχνότητα και το αντικείμενο/ κατάσταση που προκαλεί φόβο στο παιδί. Επομένως,  διαφέρει σημαντικά και η αντιμετώπιση τους.

Παιδικοί φόβοι και φοβίες: λόγοι εμφάνισης και αντιμετώπιση

Παιδικοί φόβοι

Συχνά αποτελούν συνηθισμένες και φυσιολογικές αντιδράσεις των παιδιών μπροστά σε άγνωστα ή καινούρια ερεθίσματα / γεγονότα, που μπορεί να τους προκαλούν ανησυχία. Tο συναίσθημα του φόβου είναι αναγκαίο διότι προστατεύει ένα παιδί από σημαντικούς κινδύνους. Μέχρι την ηλικία των 12 ετών τα παιδιά έρχονται αντιμέτωπα με φόβους φυσιολογικούς για την ανάπτυξή τους, οι οποίοι συνήθως υποχωρούν χωρίς να μετατραπούν σε φοβίες.

Ένας από τους πιο συνηθισμένους φόβους των παιδιών προσχολικής ηλικίας ξεκινά με την έναρξη του παιδιού στο νηπιαγωγείο, καθώς έρχεται αντιμέτωπο με πολλά άγνωστα πρόσωπα. Το παιδί μπορεί να αρχίσει να κλαίει, να αρνείται να μπει μόνο του στην τάξη με τα άλλα παιδιά και να μην αφήνει τη μητέρα του να φύγει. Πρόκειται για το λεγόμενο "άγχος αποχωρισμού", το οποίο εμφανίζεται φυσιολογικά από τον έβδομο μήνα ως το δεύτερο χρόνο της ζωής και παραπέμπει στο φόβο απώλειας της φροντίδας και της προστασίας που παρέχεται από το κύριο πρόσωπο αναφοράς, συνήθως τη μητέρα.

Τα παιδιά 4-8 ετών παρουσιάζουν συχνούς εφιάλτες και σχολική άρνηση, ενώ τα μεγαλύτερα παιδιά, 8-12 ετών, εμφανίζουν υπερβολική ανησυχία καθώς ή και σωματικά συμπτώματα, όπως πόνος στην κοιλιά, πονοκέφαλος, κ.α.

Άλλοι φόβοι ενός παιδιού μπορεί να είναι το σκοτάδι, τα τέρατα, τα φαντάσματα, καθώς δεν έχει τη γνωστική και συναισθηματική ωριμότητα να ξεχωρίσει το πραγματικό από το φανταστικό. Μπορεί, επίσης, να φοβάται τις φυσικές καταστροφές, όπως αστραπές, βροντές, σεισμούς, καθώς φαντάζουν ακατανόητα γι’ αυτό φαινόμενα. Και σε αυτές τις περιπτώσεις τα παιδιά αρχίζουν να κλαίνε και να ζητούν στήριξη από τη μητέρα τους.

Επιπλέον ένας παιδικός φόβος μπορεί να δημιουργηθεί ως απάντηση σε κάποιο γεγονός/ εμπειρία του παιδιού που βίωσε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Για παράδειγμα, ένα παιδί που είδε στην τηλεόραση ένα παιδικό έργο ή διάβασε ένα παραμύθι με τέρατα, ή άκουσε τους γονείς/ άλλο οικείο πρόσωπο να μιλούν για κλέφτες, μπορεί να εκδηλώσει φόβο στον ύπνο του, είτε κατά τη διάρκεια της ημέρας, ρωτώντας συχνά τους γονείς του γι’ αυτόν.

Πώς θα βοηθήσετε τα παιδιά να αντιμετωπίσουν τους φόβους τους

Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει κυρίως συμπεριφοριστικές τεχνικές με στόχο τη χαλάρωση και ενίσχυση των συμπεριφορών που διατηρούν το παιδί σε αυξανόμενη επαφή με το φοβικό αντικείμενο / κατάσταση. Όλοι οι παραπάνω φόβοι μπορεί εύκολα να υποχωρήσουν όσο το παιδί αναπτύσσεται γνωστικά και οι γονείς προσφέρουν την κατάλληλη συναισθηματική στήριξη και ασφάλεια. Είναι αναγκαίο οι γονείς να καθησυχάσουν το παιδί και να το βοηθήσουν να αντιμετωπίσει τυχόν φόβους.

Οι γονείς που βοηθούν έμπρακτα το παιδί να ανεξαρτητοποιηθεί και να αυτονομηθεί, ενθαρρύνοντάς το όπου χρειάζεται και ταυτόχρονα στηρίζοντάς το, θα αποτρέψουν την εκδήλωση φόβων. Αντίθετα, οι γονείς που μεταδίδουν στα παιδιά υπερβολική προστασία και αδυναμία να αντιμετωπίσουν μόνα τους κάποιες καταστάσεις, τα καθιστούν ευάλωτα. Γενικά, έργο των ενηλίκων είναι να ενθαρρύνουν με κάθε τρόπο τα παιδιά ώστε να αναπτύξουν πρωτοβουλίες, αυτοπεποίθηση, θάρρος, αυτάρκεια και αυτονομία. Η υπερπροστατευτική συμπεριφορά των ενηλίκων διευκολύνει την εκδήλωση φόβων από την πλευρά του παιδιού.

Πιο συγκεκριμένα:

  • Ακούστε με προσοχή το παιδί και ενθαρρύνετέ το να μιλήσει για τους φόβους του (τι σκέφτεται, τι νιώθει;).
  • Αποφύγετε να γελάσετε ή να αστειευθείτε τη στιγμή που το παιδί περιγράφει τα συναισθήματα και τις σκέψεις του σχετικά με το φοβικό ερέθισμα / αντικείμενο.
  • Παραμείνετε ήρεμοι, διατηρώντας ένα σταθερό τόνο φωνής και μια στάση κατανόησης και στήριξης απέναντί του.
  • Βοηθήστε το να αντιμετωπίσει τους φόβους του, εξηγώντας με απλά λόγια τι είναι πραγματικό και τι όχι. Για παράδειγμα, αν το παιδί φοβάται το σκοτάδι γιατί θα έρθουν τα τέρατα, μπορείτε να του πείτε ότι δεν υπάρχουν τέρατα στην πραγματικότητα και επομένως δεν μπορούν να έρθουν. Αν ο φόβος επιμένει, έχετε πάντα ένα φως αναμμένο στο δωμάτιό του.
  • Διαβάστε του παιδί ένα παραμύθι με κάποιον ήρωα που φοβάται, αλλά στο τέλος καταφέρνει να ξεπεράσει τους φόβους του.
  • Αποφύγετε γενικά εκφράσεις όπως: "θα έρθει η αστυνομία / ο μπαμπούλας να σε πάρει αν….".
  • Φροντίστε να μην μιλάτε για τους δικούς σας φόβους μπροστά στο παιδί σας.
  • Μην πιέζετε το παιδί να αντιμετωπίσει αυτό που του προκαλεί φόβο χωρίς τη δική σας στήριξη. Για παράδειγμα, αν ένα παιδί φοβάται τη θάλασσα, δείξτε του πώς κολυμπάτε εσείς, χωρίς να το αναγκάσετε να κάνει το ίδιο.  

Οι φόβοι αυτοί δεν πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ανησυχίας για τους ενήλικες καθώς υποχωρούν συνήθως με το πέρασμα του χρόνου. Πρόκειται για παροδικά φαινόμενα, τα οποία μπορεί να αναστατώνουν για ορισμένο χρονικό διάστημα το παιδί και τους γονείς, αλλά συνήθως παρέρχονται, αν αντιμετωπιστούν σωστά χωρίς να παρακωλύουν την ομαλή συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.

Παιδικές φοβίες

Η φοβία είναι ουσιαστικά μία αγχώδης διαταραχή. Η φοβία είναι επίμονη, έντονη, διαρκής και παράλογη και αφορά σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, χώρο, κατάσταση ή δραστηριότητα, η οποία μπορεί να μην αποτελεί πραγματικό κίνδυνο ή απειλή (π.χ ένα ζώο, το σχολείο, κ.α). Έχει ως αποτέλεσμα μία συμπεριφορά αποφυγής από την πλευρά του παιδιού, το οποίο ταυτόχρονα, μπορεί να εκδηλώσει συμπτώματα όπως εφίδρωση, έντονο τρόμο, πόνο στο στομάχι, εμέτους, επηρεάζοντας τη λειτουργικότητά του.

Οι φοβίες δεν ξεπερνιούνται απλώς με τη συμπαράσταση της οικογένειας ή του σχολείου. Για την αντιμετώπισή τους απαιτείται εξειδικευμένη θεραπεία. Οι ειδικοί διαθέτουν πληθώρα μεθόδων και τεχνικών, οι οποίες είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές και μπορούν να οδηγήσουν στην πλήρη εξάλειψη των φοβιών στα παιδιά.

Η διαφορά μίας φοβίας από ένα φόβο της παιδικής ηλικίας έγκειται:

  • στη μεγαλύτερη διάρκεια και συχνότητα
  • στις αντιδράσεις των παιδιών
  • στη γενικότερη προσαρμογή του παιδιού
  • στον τρόπο αντιμετώπισής τους

Οι πιο συνήθεις φοβίες που διαγιγνώσκονται κατά την παιδική και εφηβική ηλικία είναι οι:
Ειδικές φοβίες: Φόβος για συγκεκριμένα πράγματα (π.χ ζώα, ενέσεις, κλπ.) ή καταστάσεις (π.χ. τούνελ, γέφυρες, ασανσέρ, κλπ.). Η έκθεση στο φοβικό αντικείμενο προκαλεί άμεση αντίδραση έντονου άγχους ή/ και δυσφορίας, που συνήθως εκφράζεται με κλάματα, εκρήξεις θυμού, γκρίνια και προσκόλληση του παιδιού σε σημαντικά πρόσωπα της ζωής του. Σε παιδιά κάτω των 18 ετών, η φοβική διαταραχή αναγνωρίζεται όταν τα συμπτώματα διαρκούν τουλάχιστον για 6 μήνες.

Μία από τις πιο συνηθισμένες φοβίες που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είναι η "σχολική φοβία" ή "σχολική άρνηση", δηλαδή, ο παράλογος φόβος του παιδιού να πάει σχολείο. Σωματικά συμπτώματα όπως διάρροιες, έμετοι, ταχυκαρδίες, κοιλιακοί πόνοι και πονοκέφαλοι αποτελούν συνήθως τους λόγους που το παιδί προβάλλει για να μην πάει σχολείο, τα οποία γίνονται πιο έντονα όταν πλησιάζει η ώρα του σχολείου, ενώ δεν υπάρχουν κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου και των αργιών.
 
Κοινωνική φοβία: Το παιδί μπορεί να εκδηλώσει υπερβολικό και παράλογο άγχος για κοινωνικές καταστάσεις, εξαιτίας του φόβου ότι μπορεί να κάνει κάτι ανάρμοστο στη συμπεριφορά του, αποφεύγοντας έτσι αυτές τις περιστάσεις. Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να εμφανίσει φοβία για την εκτέλεση δραστηριοτήτων όπως το φαγητό ή το γράψιμο μπροστά σε άλλα παιδιά, η συμμετοχή σε σχολικές γιορτές και παραστάσεις, με αποτέλεσμα να τις αποφεύγει για να μην ντροπιαστεί. Η έναρξη της κοινωνικής φοβίας τοποθετείται στην εφηβεία.

Για την εμφάνιση των φοβιών συμβάλλουν γενετικοί, ιδιοσυγκρασιακοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Επίσης, αν το παιδί βιώσει μια αρνητική εμπειρία (π.χ. κλειστεί στο ασανσέρ, άρα πιθανότατα αναπτύξει κλειστοφοβία) και η μετάδοση κάποιων φοβιών από τους ίδιους τους γονείς. Οι φοβίες σπάνια υποχωρούν από μόνες τους. Αντιθέτως, τις περισσότερες φορές μπορεί να πολλαπλασιάζονται, να γενικεύονται και σε άλλους τομείς, να συνεχίζονται και στην ενήλικη ζωή.

Δεν είναι όλα τα παιδιά το ίδιο ευάλωτα στην εκδήλωση φοβιών. Παιδιά τα οποία ζουν σε ήρεμο και ζεστό οικογενειακό περιβάλλον, όπου κυριαρχούν τα συναισθήματα της αποδοχής και της ασφάλειας και ενθαρρύνεται η απόκτηση αυτάρκειας και αυτονομίας, φαίνεται να διαθέτουν μια ισχυρή ασπίδα προστασίας έναντι της εκδήλωσης φοβιών.