Στην εποχή μας, που τα περισσότερα παιδιά χρησιμοποιούν τα social media, φαίνεται ότι το κρίσιμο ερώτημα τελικά, δεν είναι μόνο αν ένα παιδί χρησιμοποιεί τα social media, αλλά πότε ξεκινά να έρχεται σε επαφή μαζί τους.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα νέας μελέτης, σύμφωνα με την οποία η μικρότερη ηλικία πρώτης χρήσης των κοινωνικών δικτύων συνδέεται με περισσότερα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης στους εφήβους.
Τα ευρήματα επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της ηλικίας κατά την οποία τα παιδιά αποκτούν πρόσβαση στα social media, αλλά και το κατά πόσο τα ηλικιακά όρια μπορούν από μόνα τους να προσφέρουν ουσιαστική προστασία.
Η πρώτη επαφή γίνεται περίπου στα 11
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open, εξέτασε 365 παιδιά ηλικίας 10 έως 15 ετών, μαζί με έναν γονέα τους. Περίπου επτά στα δέκα παιδιά είχαν ήδη χρησιμοποιήσει κάποια πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ περίπου τα μισά είχαν δικό τους λογαριασμό.
Η μέση ηλικία κατά την οποία είχαν έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με τα social media ήταν τα 11 χρόνια.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η πρώιμη χρήση των κοινωνικών δικτύων και, κυρίως, η μικρότερη ηλικία πρώτης έκθεσης συνδέονταν με περισσότερα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης.
Αντίθετα, η ύπαρξη προσωπικού λογαριασμού παρουσίαζε ασθενέστερη συσχέτιση. Η σχέση ήταν στατιστικά σημαντική μόνο για ορισμένους δείκτες άγχους.
Έτσι, το ερώτημα φαίνεται να μετατοπίζεται από το «έχει το παιδί λογαριασμό;» στο «πόσο μικρό ήταν όταν άρχισε να χρησιμοποιεί social media;».
Γιατί μπορεί να έχει σημασία η ηλικία
Η αναπληρώτρια καθηγήτρια Susanne Schweizer, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, εκτιμά ότι η καθυστέρηση της πρώτης έκθεσης στα κοινωνικά δίκτυα θα μπορούσε να αποτελέσει μια πιθανή στρατηγική προστασίας, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από εκπαίδευση των παιδιών γύρω από την ασφαλή και υπεύθυνη χρήση του διαδικτύου.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι τα social media προκαλούν άμεσα άγχος ή κατάθλιψη. Η σχέση μεταξύ ψηφιακής χρήσης και ψυχικής υγείας είναι σύνθετη και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως η ηλικία, η προσωπική ευαλωτότητα, το περιεχόμενο στο οποίο εκτίθεται ένα παιδί και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί τις πλατφόρμες.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν χαρακτηριστικά των social media που μπορεί να επιβαρύνουν περισσότερο τις μικρότερες ηλικίες, όπως η διαρκής σύγκριση με άλλους ή η πιθανότητα έκθεσης σε ακατάλληλο περιεχόμενο.
Οι περιορισμοί μπορούν να παρακαμφθούν
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία σχετικά με τους περιορισμούς που εφαρμόστηκαν στην Αυστραλία για τη χρήση social media από ανηλίκους.
Μόλις το 25% των εφήβων που συμμετείχαν δήλωσε ότι θα εγκατέλειπε εντελώς τα social media. Το 75% ανέφερε ότι θα συνέχιζε να τα χρησιμοποιεί με κάποιον τρόπο, ενώ το 35% δήλωσε ότι θα προσπαθούσε να βρει τρόπο να παρακάμψει τους περιορισμούς.
Το εύρημα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι περιορισμοί δεν λειτουργούν. Οι στάσεις και οι συμπεριφορές των χρηστών μπορεί να μεταβληθούν όταν ένα μέτρο εφαρμοστεί στην πράξη και γίνει μέρος της καθημερινότητας.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους ερευνητές, χρειάζεται μακροχρόνια παρακολούθηση και μεγαλύτερα δείγματα ώστε να φανεί ποια είναι στην πραγματικότητα η αποτελεσματικότητα τέτοιων πολιτικών.
Τι δείχνει η χρήση του κινητού για τις κοινωνικές σχέσεις
Μια δεύτερη μελέτη των ερευνητών, στην οποία συμμετείχαν 190 νέοι ηλικίας 18 έως 24 ετών, εξέτασε τη σχέση μεταξύ διαδικτυακής και δια ζώσης κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
Ο συνολικός χρόνος που περνούσαν οι νέοι στο κινητό τους δεν φάνηκε να συνδέεται σημαντικά με συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης. Ωστόσο, η χρήση εφαρμογών που βασίζονται στην online κοινωνική αλληλεπίδραση, όπως τα social media και οι εφαρμογές μηνυμάτων, συσχετίστηκε με υψηλότερα επίπεδα άγχους.
Αντίθετα, οι κοινωνικές επαφές πρόσωπο με πρόσωπο συνδέθηκαν με πιο θετικές συναισθηματικές αντιδράσεις και λιγότερες ενδείξεις κατάθλιψης κατά την περίοδο παρακολούθησης.
Όχι δαιμονοποίηση, αλλά σωστή προετοιμασία
Τα ευρήματα δεν υποστηρίζουν ότι κάθε μορφή διαδικτυακής επικοινωνίας είναι επιβλαβής. Για ορισμένους νέους, ιδιαίτερα για εκείνους που δυσκολεύονται στις άμεσες κοινωνικές επαφές, το διαδίκτυο μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό μέσο επικοινωνίας και κοινωνικής σύνδεσης.
Το βασικό μήνυμα είναι πιο σύνθετο: η ηλικία της πρώτης επαφής με τα social media φαίνεται να έχει σημασία και η καθυστέρησή της ενδέχεται να προσφέρει ένα επιπλέον περιθώριο προστασίας.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για την προστασία των παιδιών δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στα ηλικιακά όρια. Χρειάζονται ψηφιακή εκπαίδευση, ουσιαστική καθοδήγηση από τους γονείς και ασφαλέστερος σχεδιασμός των ίδιων των πλατφορμών.
Στόχος δεν είναι απλώς να μείνουν τα παιδιά μακριά από τις οθόνες, αλλά να έχουν τον χρόνο και τα εφόδια ώστε, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, να μπορούν να χρησιμοποιούν τα social media με τρόπο που να ενισχύει, και όχι να υποκαθιστά την πραγματική τους ζωή.

